Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μοστραρισμένος η μοστραρισμένη το μοστραρισμένο
      γενική του μοστραρισμένου της μοστραρισμένης του μοστραρισμένου
    αιτιατική τον μοστραρισμένο τη μοστραρισμένη το μοστραρισμένο
     κλητική μοστραρισμένε μοστραρισμένη μοστραρισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μοστραρισμένοι οι μοστραρισμένες τα μοστραρισμένα
      γενική των μοστραρισμένων των μοστραρισμένων των μοστραρισμένων
    αιτιατική τους μοστραρισμένους τις μοστραρισμένες τα μοστραρισμένα
     κλητική μοστραρισμένοι μοστραρισμένες μοστραρισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοστραρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μοστράρω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μοστραρισμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία