Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηχανογράφος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηχανογράφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. Πρότυπο:υπάλληλος ειδικευμένος στις εργασίες μηχανογράφησης, λογιστής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία