Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηνιγγίτιδα < μήνιγγα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μηνιγγίτιδα θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία