Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μῆνιγξ μήνιγγε μήνιγγες
Γενική μήνιγγος μηνίγγοιν μηνίγγων
Δοτική μήνιγγι μηνίγγοιν μήνιγξι(ν)
Αιτιατική μήνιγγα μήνιγγε μήνιγγας
Κλητική μῆνιγξ μήνιγγε μήνιγγες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μῆνιγξ < (άγνωστης ετυμολογίας) Είτε από ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) , είτε προελληνική → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μῆνιγξ θηλυκό

  1. λεπτή μεμβράνη
  2. (ανατομία) κάθε μία από τις τρεις μεβράνες που καλύπτουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό
  3. (ανατομία) το τύμπανο του αφτιού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία