Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεριδιούχος < αρχαία ελληνική μεριδιοῦχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεριδιούχος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία