Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η μεριδιούχος το μεριδιούχο
      γενική του/της μεριδιούχου του μεριδιούχου
    αιτιατική τον/τη μεριδιούχο το μεριδιούχο
     κλητική μεριδιούχε μεριδιούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεριδιούχοι τα μεριδιούχα
      γενική των μεριδιούχων των μεριδιούχων
    αιτιατική τους/τις μεριδιούχους τα μεριδιούχα
     κλητική μεριδιούχοι μεριδιούχα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «χοληδόχος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεριδιούχος < μερίδιο + -ούχος < έχω, (μαρτυρείται από το 1833)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.ɾi.ðiˈu.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: με‐ρι‐δι‐ού‐χος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεριδιούχος, -ος, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)