Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μεγαλομανής μεγαλομανής μεγαλομανές
γενική μεγαλομανούς μεγαλομανούς μεγαλομανούς
αιτιατική μεγαλομανή μεγαλομανή μεγαλομανές
κλητική μεγαλομανή(ής) μεγαλομανής μεγαλομανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγαλομανείς μεγαλομανείς μεγαλομανή
γενική μεγαλομανών μεγαλομανών μεγαλομανών
αιτιατική μεγαλομανείς μεγαλομανείς μεγαλομανή
κλητική μεγαλομανείς μεγαλομανείς μεγαλομανή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλομανής < ελληνιστική κοινή μεγαλομανής (τότε σήμαινε τον μανιώδη)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεγαλομανής, -ής, -ές

  • που έχει μανία με τα μεγαλεία, που θέλει να μεγαλοπιάνεται, να δείχνει πλούσιος και να ζει πλούσια, να περιφρονεί το μέτριο
Αυτός είναι καλό ανθρωπάκι, αλλά η γυναίκα του είναι μια μεγαλομανής μέγαιρα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία