μανιῶν, -ῶσα, -ῶν (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο μανιῶν)



ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική μανιῶν μανιῶσ τὸ μανιῶν
      γενική τοῦ μανιῶντος τῆς μανιώσης τοῦ μανιῶντος
      δοτική τῷ μανιῶντ τῇ μανιώσ τῷ μανιῶντ
    αιτιατική τὸν μανιῶντ τὴν μανιῶσᾰν τὸ μανιῶν
     κλητική ! μανιῶν μανιῶσ μανιῶν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μανιῶντες αἱ μανιῶσαι τὰ μανιῶντ
      γενική τῶν μανιώντων τῶν μανιωσῶν τῶν μανιώντων
      δοτική τοῖς μανιῶσῐ(ν) ταῖς μανιώσαις τοῖς μανιῶσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς μανιῶντᾰς τὰς μανιώσᾱς τὰ μανιῶντ
     κλητική ! μανιῶντες μανιῶσαι μανιῶντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μανιῶντε τὼ μανιώσ τὼ μανιῶντε
      γεν-δοτ τοῖν μανιώντοιν τοῖν μανιώσαιν τοῖν μανιώντοιν
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'τιμῶν' όπως «τιμῶν» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

μανιῶν, -ῶσα, -ῶν

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

επεξεργασία

μανιῶν θηλυκό