Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μακροοικονομικός μακροοικονομική μακροοικονομικό
γενική μακροοικονομικού μακροοικονομικής μακροοικονομικού
αιτιατική μακροοικονομικό μακροοικονομική μακροοικονομικό
κλητική μακροοικονομικέ μακροοικονομική μακροοικονομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακροοικονομικοί μακροοικονομικές μακροοικονομικά
γενική μακροοικονομικών μακροοικονομικών μακροοικονομικών
αιτιατική μακροοικονομικούς μακροοικονομικές μακροοικονομικά
κλητική μακροοικονομικοί μακροοικονομικές μακροοικονομικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακροοικονομικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακροοικονομικός, ή, -ό

  1. σχετικός με την μακροοικονομία
    τα μακροοικονομικά μεγέθη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία