Δείτε επίσης: Μέρμερος
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μέρμερος τὸ μέρμερον
      γενική τοῦ/τῆς μερμέρου τοῦ μερμέρου
      δοτική τῷ/τῇ μερμέρ τῷ μερμέρ
    αιτιατική τὸν/τὴν μέρμερον τὸ μέρμερον
     κλητική ! μέρμερε μέρμερον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μέρμεροι τὰ μέρμερ
      γενική τῶν μερμέρων τῶν μερμέρων
      δοτική τοῖς/ταῖς μερμέροις τοῖς μερμέροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς μερμέρους τὰ μέρμερ
     κλητική ! μέρμεροι μέρμερ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μερμέρω τὼ μερμέρω
      γεν-δοτ τοῖν μερμέροιν τοῖν μερμέροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
μέρμερος < μερμερίζω

  Επίθετο

επεξεργασία

μέρμερος, -ος, -ον

  1. πλήρης φροντίδων
  2. ανησυχητικός
  3. (για ανθρώπους) δύστροπος
  4. ολέθριος
    ※  7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Θεογονία, 603 (602-605)
    ἕτερον δὲ πόρεν κακὸν ἀντ᾽ ἀγαθοῖο, | ὅς κε γάμον φεύγων καὶ μέρμερα ἔργα γυναικῶν | μὴ γῆμαι ἐθέλῃ, ὀλοὸν δ᾽ ἐπὶ γῆρας ἵκηται | χήτει γηροκόμοιο·
    Κι ακόμη ένα κακό τούς έδωσε στη θέση του αγαθού: | όποιος το γάμο και των γυναικών τα φθαρτικά τα έργα προσπαθώντας ν᾽ αποφύγει | να παντρευτεί τυχόν δε θέλει, αυτός να φτάνει στα ολέθρια γηρατειά | δίχως κανέναν να τον γηροκομήσει.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
  5. (στον πληθυντικό μέρμερα ενν. έργα): τα δεινά του πολέμου