Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιόχαρος < λιο- ( < ηλιο- + χαρά

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιόχαρος, -η, -ο

  1. που χαίρεται όντας λουσμένος στο φως του ήλιου
    Σήμερα πάλι λιόχαρος είν' ο γιαλός κι ο δρόμος / ο ερημικός που σέρνεται κοντά στ' ακροθαλάσσι. (Λάμπρος Πόρφυρας)
    Λιόχαρη μεγαλόχαρη της άνοιξης αυγούλα (Γιάννης Ρίτσος, "Αυγή", Λιανοτράγουδα)

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία