Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική λιθογραφικός λιθογραφική λιθογραφικό
γενική λιθογραφικού λιθογραφικής λιθογραφικού
αιτιατική λιθογραφικό λιθογραφική λιθογραφικό
κλητική λιθογραφικέ λιθογραφική λιθογραφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λιθογραφικοί λιθογραφικές λιθογραφικά
γενική λιθογραφικών λιθογραφικών λιθογραφικών
αιτιατική λιθογραφικούς λιθογραφικές λιθογραφικά
κλητική λιθογραφικοί λιθογραφικές λιθογραφικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθογραφικός < λιθογραφία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιθογραφικός

  1. που έχει σχέση με τη λιθογραφία
  2. που έχει δημιουργηθεί με τη χρήση λιθογραφίας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία