Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθάργυρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιθάργυρος αρσενικό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία