Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουφάρι τα κουφάρια
      γενική του κουφαριού των κουφαριών
    αιτιατική το κουφάρι τα κουφάρια
     κλητική κουφάρι κουφάρια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουφάρι < μεσαιωνική ελληνική κουφάρι / κουφάριν / κουφάριον < αρχαία ελληνική κοῦφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουφάρι ουδέτερο

  1. νεκρό ζώο, συνήθως άταφος
     συνώνυμα: ψοφίμι
  2. (μειωτικό) το πτώμα ενός ανθρώπου, το σώμα νεκρού ανθρώπου
  3. (μεταφορικά) το σώμα αντικειμένων που είναι σε αποσύνθεση ή παρακμή
    το κουφάρι του πλοίου στέκει στο καρνάγιο σκουριασμένο, πολλά χρόνια τώρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία