Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοσμοσυρροή οι κοσμοσυρροές
      γενική της κοσμοσυρροής των κοσμοσυρροών
    αιτιατική την κοσμοσυρροή τις κοσμοσυρροές
     κλητική κοσμοσυρροή κοσμοσυρροές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμοσυρροή < κόσμος + συρροή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοσμοσυρροή θηλυκό

  • μεγάλο πλήθος ανθρώπων που έχει συγκεντρωθεί σε ένα μέρος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία