Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

κοσμοσυρροές θηλυκό

  1. κοσμοσυρροή, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού