↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κονκλάβιο τα κονκλάβια
      γενική του κονκλάβιου
κονκλαβίου
των κονκλάβιων
κονκλαβίων
    αιτιατική το κονκλάβιο τα κονκλάβια
     κλητική κονκλάβιο κονκλάβια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κονκλάβιο < λατινική conclave < con- + clavis (κλειδί), δωμάτιο που μπορεί να κλειδωθεί

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κονκλάβιο ουδέτερο

  1. το δωμάτιο όπου συνεδριάζουν οι καρδινάλιοι προκειμένου να εκλέξουν τον νέο πάπα
  2. το ίδιο το συμβούλιο των καρδιναλίων
  3. (μειωτικό) μυστικοσυμβούλιο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία