Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατραπακιά οι κατραπακιές
      γενική της κατραπακιάς των κατραπακιών
    αιτιατική την κατραπακιά τις κατραπακιές
     κλητική κατραπακιά κατραπακιές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατραπακιά < άγνωστης ετυμολογίας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.tɾa.paˈca/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατραπακιά θηλυκό

  1. χτύπημα στο κεφάλι ή στο σβέρκο με την παλάμη του χεριού
    Έφαγε μια κατραπακιά από τον πατέρα του.
  2. (μεταφορικά) ηθικό χτύπημα, πλήγμα
    Η κατραπακιά ήρθε όταν έφαγα ένα πρόστιμο.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία