Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καστόρινος η καστόρινη το καστόρινο
      γενική του καστόρινου της καστόρινης του καστόρινου
    αιτιατική τον καστόρινο την καστόρινη το καστόρινο
     κλητική καστόρινε καστόρινη καστόρινο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καστόρινοι οι καστόρινες τα καστόρινα
      γενική των καστόρινων των καστόρινων των καστόρινων
    αιτιατική τους καστόρινους τις καστόρινες τα καστόρινα
     κλητική καστόρινοι καστόρινες καστόρινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καστόρινος < κάστορας + -ινος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καστόρινος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία