Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καρδιογράφος οι καρδιογράφοι
      γενική του καρδιογράφου των καρδιογράφων
    αιτιατική τον καρδιογράφο τους καρδιογράφους
     κλητική καρδιογράφε καρδιογράφοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρδιογράφος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρδιογράφος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία