Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καραβίδα οι καραβίδες
      γενική της καραβίδας των καραβίδων
    αιτιατική την καραβίδα τις καραβίδες
     κλητική καραβίδα καραβίδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καραβίδα < αρχαία ελληνική καραβίς, υποκοριστικό του κάραβος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καραβίδα θηλυκό

  1. μαλακόστρακο ζώο του γλυκού νερού που μοιάζει με αστακό
  2. η θαλάσσια καραβίδα (Nephrops norvegicus)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία