↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καλοβαλμένος η καλοβαλμένη το καλοβαλμένο
      γενική του καλοβαλμένου της καλοβαλμένης του καλοβαλμένου
    αιτιατική τον καλοβαλμένο την καλοβαλμένη το καλοβαλμένο
     κλητική καλοβαλμένε καλοβαλμένη καλοβαλμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καλοβαλμένοι οι καλοβαλμένες τα καλοβαλμένα
      γενική των καλοβαλμένων των καλοβαλμένων των καλοβαλμένων
    αιτιατική τους καλοβαλμένους τις καλοβαλμένες τα καλοβαλμένα
     κλητική καλοβαλμένοι καλοβαλμένες καλοβαλμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
καλοβαλμένος < καλο- + βαλμένος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

καλοβαλμένος, -η, -ος

  1. (μεταφορικά) κάποιος που φαίνεται σε καλή κατάσταση
    ※  Είναι ψηλός, λεπτός, καλοβαλμένος, ένας σεμνός ευπατρίδης με χριστιανική φυσιογνωμία. (Δοκίμια καί άλλα κείμενα σαράντα πέντε έτών (1935- 1980), Παναγιώτης Κανελλόπουλος)
  2. κάποιος που έχει μπει σε σωστή / καλή θέση

  Μεταφράσεις

επεξεργασία