Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καθοδηγητικός η καθοδηγητική το καθοδηγητικό
      γενική του καθοδηγητικού της καθοδηγητικής του καθοδηγητικού
    αιτιατική τον καθοδηγητικό την καθοδηγητική το καθοδηγητικό
     κλητική καθοδηγητικέ καθοδηγητική καθοδηγητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καθοδηγητικοί οι καθοδηγητικές τα καθοδηγητικά
      γενική των καθοδηγητικών των καθοδηγητικών των καθοδηγητικών
    αιτιατική τους καθοδηγητικούς τις καθοδηγητικές τα καθοδηγητικά
     κλητική καθοδηγητικοί καθοδηγητικές καθοδηγητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθοδηγητικός < καθοδηγητής + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καθοδηγητικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία