Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θεσσαλικός θεσσαλική θεσσαλικό
γενική θεσσαλικού θεσσαλικής θεσσαλικού
αιτιατική θεσσαλικό θεσσαλική θεσσαλικό
κλητική θεσσαλικέ θεσσαλική θεσσαλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεσσαλικοί θεσσαλικές θεσσαλικά
γενική θεσσαλικών θεσσαλικών θεσσαλικών
αιτιατική θεσσαλικούς θεσσαλικές θεσσαλικά
κλητική θεσσαλικοί θεσσαλικές θεσσαλικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεσσαλικός < αρχαία ελληνική Θεσσαλία + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θεσσαλικός, -ή, -ό

  1. που κατάγεται από τη Θεσσαλία ή ανήκει ή αναφέρεται στη Θεσσαλία και στους Θεσσαλούς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία