Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θίασος οι θίασοι
      γενική του θιάσου
& θίασου
των θιάσων
    αιτιατική τον θίασο τους θιάσους
     κλητική θίασε θίασοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θίασος < αρχαία ελληνική θίασος (βακχική, θρησκευτική ομάδα_, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική troupe[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θίασος αρσενικό

  1. (θέατρο) ομάδα ηθοποιών ή άλλων καλλιτεχνών που παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο ή άλλο θέαμα
  2. (στην αρχαιότητα) ομάδα πιστών του θεού Διονύσου
    Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ
    ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ
    μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—
    Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933), ποίημα Ἀπολείπειν ὁ θεὸς Ἀντώνιον, έκδοση 1911

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία