Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θίασος θίασοι
γενική θιάσου θιάσων
αιτιατική θίασο θιάσους
κλητική θίασε θίασοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θίασος < αρχαία ελληνική θίασος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θίασος αρσενικό

  1. ομάδα ηθοποιών ή άλλων καλλιτεχνών που παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο ή άλλο θέαμα
  2. (στην αρχαιότητα) ομάδα πιστών του θεού Διονύσου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία