Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζεύγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yewg- (ενώνωσυγγενές και ομόρριζο των ζεύγλη, ζυγός, θέμα ζευγ και ασθενές θέμα ζυγ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ζεύγνυμι

  1. θέτω υπό τον ζυγό
  2. ενώνω, συνδέω
    ※  ἐζεύγνυσαν δὲ ὧδε, πεντηκοντέρους καὶ τριήρεας συνθέντες, ὑπὸ μὲν τὴν πρὸς τοῦ Εὐξείνου πόντου ἑξήκοντά τε καὶ τριηκοσίας, ὑπὸ δὲ τὴν ἑτέρην τεσσερεσκαίδεκα καὶ τριηκοσίας, τοῦ μὲν Πόντου ἐπικαρσίας τοῦ δὲ Ἑλλησπόντου κατὰ ῥόον, ἵνα ἀνακωχεύῃ τὸν τόνον τῶν ὅπλων (πώς έφτιαξαν την γέφυρα χρησιμοποιώντας το στόλο. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, μετάφραση@greek-language.gr 7.66.1.)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία