Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζαγανιάρης < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζαγανιάρης

  1. αυτός που αρρωσταίνει εύκολα, που δεν αντέχει τις κακουχίες,ο καχεκτικός,
  2. (κρητικά) το λαγωνικό

συνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία