↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κιτρινιάρης η κιτρινιάρα το κιτρινιάρικο
      γενική του κιτρινιάρη της κιτρινιάρας του κιτρινιάρικου
    αιτιατική τον κιτρινιάρη την κιτρινιάρα το κιτρινιάρικο
     κλητική κιτρινιάρη κιτρινιάρα κιτρινιάρικο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κιτρινιάρηδες οι κιτρινιάρες τα κιτρινιάρικα
      γενική των κιτρινιάρηδων των κιτρινιάρικων
    αιτιατική τους κιτρινιάρηδες τις κιτρινιάρες τα κιτρινιάρικα
     κλητική κιτρινιάρηδες κιτρινιάρες κιτρινιάρικα
To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος.
Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά.
Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κιτρινιάρης < κίτρινος + -άρης

  Επίθετο

επεξεργασία

κιτρινιάρης

  1. που έχει κίτρινο και αρρωστημένο χρώμα δέρματος
  2. μειωτικός χαρακτηρισμός για τους Ασιάτες

  Μεταφράσεις

επεξεργασία