Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εστιακός η εστιακή το εστιακό
      γενική του εστιακού της εστιακής του εστιακού
    αιτιατική τον εστιακό την εστιακή το εστιακό
     κλητική εστιακέ εστιακή εστιακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εστιακοί οι εστιακές τα εστιακά
      γενική των εστιακών των εστιακών των εστιακών
    αιτιατική τους εστιακούς τις εστιακές τα εστιακά
     κλητική εστιακοί εστιακές εστιακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εστιακός < εστί(α) + -ακός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική focal[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εστιακός, -ή, -ό

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην εστία
  2. (φυσική) που σχετίζεται με την εστία των φακών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ δείτε τη λέξη εστία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία