Δείτε επίσης: ἐπιληπτικός, επιπληκτικός

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιληπτικός η επιληπτική το επιληπτικό
      γενική του επιληπτικού της επιληπτικής του επιληπτικού
    αιτιατική τον επιληπτικό την επιληπτική το επιληπτικό
     κλητική επιληπτικέ επιληπτική επιληπτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιληπτικοί οι επιληπτικές τα επιληπτικά
      γενική των επιληπτικών των επιληπτικών των επιληπτικών
    αιτιατική τους επιληπτικούς τις επιληπτικές τα επιληπτικά
     κλητική επιληπτικοί επιληπτικές επιληπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιληπτικός < αρχαία ελληνική ἐπιληπτικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιληπτικός, -ή, -ό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιληπτικός αρσενικό (θηλυκό: επιληπτική)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία