Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εορταστικός εορταστική εορταστικό
γενική εορταστικού εορταστικής εορταστικού
αιτιατική εορταστικό εορταστική εορταστικό
κλητική εορταστικέ εορταστική εορταστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εορταστικοί εορταστικές εορταστικά
γενική εορταστικών εορταστικών εορταστικών
αιτιατική εορταστικούς εορταστικές εορταστικά
κλητική εορταστικοί εορταστικές εορταστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

εορταστικός < εορτάζω + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εορταστικός, -ή, -ό

  1. που αφορά μία εορτή
    Η δυνατή μουσική και τα πολύχρωμα μπαλόνια στον χώρο του σταδίου δημιούργησαν μία εορταστική ατμόσφαιρα πριν την έναρξη του αγώνα.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία