Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξωγενής < έξω + γίγνομαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξωγενής, -ής, -ές

  1. αυτός που προέρχεται από εξωτερικά αίτια.
  2. (βιολογία), (βοτανική): αυτός που αναπτύσσεται στην επιφάνεια ενός οργανισμού, π.χ. στους μασχαλιαίους οφθαλμούς των φυτών

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία