Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαιρετέος < αρχαία ελληνική ἐξαιρετέος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξαιρετέος

  1. που πρέπει να εξαιρεθεί
  2. (καταχρηστικά) που μπορεί να εξαιρεθεί

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία