Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εξαγνιστήριος εξαγνιστήρια εξαγνιστήριο
γενική εξαγνιστήριου εξαγνιστήριας εξαγνιστήριου
αιτιατική εξαγνιστήριο εξαγνιστήρια εξαγνιστήριο
κλητική εξαγνιστήριε εξαγνιστήρια εξαγνιστήριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαγνιστήριοι εξαγνιστήριες εξαγνιστήρια
γενική εξαγνιστήριων εξαγνιστήριων εξαγνιστήριων
αιτιατική εξαγνιστήριους εξαγνιστήριες εξαγνιστήρια
κλητική εξαγνιστήριοι εξαγνιστήριες εξαγνιστήρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαγνιστήριος < εξαγνίζω + -τήριος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξαγνιστήριος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία