Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ενσίρωμα τα ενσιρώματα
      γενική του ενσιρώματος των ενσιρωμάτων
    αιτιατική το ενσίρωμα τα ενσιρώματα
     κλητική ενσίρωμα ενσιρώματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενσίρωμα < εν- + σιρός + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενσίρωμα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία