Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζωοτροφή οι ζωοτροφές
      γενική της ζωοτροφής των ζωοτροφών
    αιτιατική τη ζωοτροφή τις ζωοτροφές
     κλητική ζωοτροφή ζωοτροφές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζωοτροφή < μεσαιωνική ελληνική ζωοτροφή < αρχαία ελληνική ζῳοτροφία < ζῷον + τρέφω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζωοτροφή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) η τροφή που είναι απαραίτητη για τη ζωή του ανθρώπου
     συνώνυμα: ζωοτροφία
  2. (συνήθως στον πληθυντικό: ζωοτροφές) η τροφή για το τάισμα των ζώων, για την εκτροφή τους
     συνώνυμα: κτηνοτροφή

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία