Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ενδοκυτταρικός ενδοκυτταρική ενδοκυτταρικό
γενική ενδοκυτταρικού ενδοκυτταρικής ενδοκυτταρικού
αιτιατική ενδοκυτταρικό ενδοκυτταρική ενδοκυτταρικό
κλητική ενδοκυτταρικέ ενδοκυτταρική ενδοκυτταρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενδοκυτταρικοί ενδοκυτταρικές ενδοκυτταρικά
γενική ενδοκυτταρικών ενδοκυτταρικών ενδοκυτταρικών
αιτιατική ενδοκυτταρικούς ενδοκυτταρικές ενδοκυτταρικά
κλητική ενδοκυτταρικοί ενδοκυτταρικές ενδοκυτταρικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενδοκυτταρικός < ενδο- + κυτταρικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενδοκυτταρικός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται ή προέρχεται από το εσωτερικό του κυττάρου

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία