Δείτε επίσης: ἐλευθερόστομος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ελευθερόστομος η ελευθερόστομη το ελευθερόστομο
      γενική του ελευθερόστομου της ελευθερόστομης του ελευθερόστομου
    αιτιατική τον ελευθερόστομο την ελευθερόστομη το ελευθερόστομο
     κλητική ελευθερόστομε ελευθερόστομη ελευθερόστομο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ελευθερόστομοι οι ελευθερόστομες τα ελευθερόστομα
      γενική των ελευθερόστομων των ελευθερόστομων των ελευθερόστομων
    αιτιατική τους ελευθερόστομους τις ελευθερόστομες τα ελευθερόστομα
     κλητική ελευθερόστομοι ελευθερόστομες ελευθερόστομα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελευθερόστομος < αρχαία ελληνική ἐλευθερόστομος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ελευθερόστομος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία