Δείτε επίσης: ἑκηβόλος

Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η εκηβόλος το εκηβόλο
      γενική του/της εκηβόλου του εκηβόλου
    αιτιατική τον/την εκηβόλο το εκηβόλο
     κλητική εκηβόλε εκηβόλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκηβόλοι τα εκηβόλα
      γενική των εκηβόλων των εκηβόλων
    αιτιατική τους/τις εκηβόλους τα εκηβόλα
     κλητική εκηβόλοι εκηβόλα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «χοληδόχος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

εκηβόλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑκηβόλος[1]

  Επίθετο επεξεργασία

εκηβόλος, -ος, -ο

  • για όπλο που βάλλει σε μεγάλη απόσταση
    το τόξο είναι εκηβόλο όπλο

Αντώνυμα επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία