Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διχοτόμηση < η ετυμολογία λείπει

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διχοτόμηση θηλυκό

  1. χωρισμός στα δύο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία