Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διστάζω < αρχαία ελληνική διστάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διστάζω

  • το να μην είμαι σίγουρος/-η
    ※  "Γιατί διστάζεις;" ρώτησε ο Νικήτας που μ' έβλεπε αναποφάσιστη. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία