Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διπλοφουρνιστός η διπλοφουρνιστή το διπλοφουρνιστό
      γενική του διπλοφουρνιστού της διπλοφουρνιστής του διπλοφουρνιστού
    αιτιατική τον διπλοφουρνιστό τη διπλοφουρνιστή το διπλοφουρνιστό
     κλητική διπλοφουρνιστέ διπλοφουρνιστή διπλοφουρνιστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διπλοφουρνιστοί οι διπλοφουρνιστές τα διπλοφουρνιστά
      γενική των διπλοφουρνιστών των διπλοφουρνιστών των διπλοφουρνιστών
    αιτιατική τους διπλοφουρνιστούς τις διπλοφουρνιστές τα διπλοφουρνιστά
     κλητική διπλοφουρνιστοί διπλοφουρνιστές διπλοφουρνιστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διπλοφουρνιστός < διπλο- + φουρνιστός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διπλοφουρνιστός, -ή, -ό

  • που έχει ψηθεί σε φούρνο δύο φορές

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία