Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διερευνημένος η διερευνημένη το διερευνημένο
      γενική του διερευνημένου της διερευνημένης του διερευνημένου
    αιτιατική τον διερευνημένο τη διερευνημένη το διερευνημένο
     κλητική διερευνημένε διερευνημένη διερευνημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διερευνημένοι οι διερευνημένες τα διερευνημένα
      γενική των διερευνημένων των διερευνημένων των διερευνημένων
    αιτιατική τους διερευνημένους τις διερευνημένες τα διερευνημένα
     κλητική διερευνημένοι διερευνημένες διερευνημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

διερευνημένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διερευνώ





  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία