Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαπλανητικός η διαπλανητική το διαπλανητικό
      γενική του διαπλανητικού της διαπλανητικής του διαπλανητικού
    αιτιατική τον διαπλανητικό τη διαπλανητική το διαπλανητικό
     κλητική διαπλανητικέ διαπλανητική διαπλανητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαπλανητικοί οι διαπλανητικές τα διαπλανητικά
      γενική των διαπλανητικών των διαπλανητικών των διαπλανητικών
    αιτιατική τους διαπλανητικούς τις διαπλανητικές τα διαπλανητικά
     κλητική διαπλανητικοί διαπλανητικές διαπλανητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαπλανητικός < πρόθημα δια- + επίθετο πλανητικός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική interplanétaire

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαπλανητικός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται μεταξύ πλανητών
    διαπλανητικός χώρος
  2. που αφορά δύο ή περισσότερους πλανήτες
    διαπλανητικό δίκτυο
    διαπλανητική επικοινωνία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία