Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γυμνικός η γυμνική το γυμνικό
      γενική του γυμνικού της γυμνικής του γυμνικού
    αιτιατική τον γυμνικό τη γυμνική το γυμνικό
     κλητική γυμνικέ γυμνική γυμνικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γυμνικοί οι γυμνικές τα γυμνικά
      γενική των γυμνικών των γυμνικών των γυμνικών
    αιτιατική τους γυμνικούς τις γυμνικές τα γυμνικά
     κλητική γυμνικοί γυμνικές γυμνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυμνικός < αρχαία ελληνική (ο σχετικός με τη γυμναστική άσκηση) < γυμνός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γυμνικός, -ή, -ό

  1. αγώνας ή αγώνισμα στο οποίο οι αθλητές αγωνίζονται γυμνοί
    γυμνικοί αγώνες
  2. σχετικός με τη γυμνότητα
    γυμνικός χορός
  3. (παρωχημένο) γυμναστικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία