Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γλωσσολογικός γλωσσολογική γλωσσολογικό
γενική γλωσσολογικού γλωσσολογικής γλωσσολογικού
αιτιατική γλωσσολογικό γλωσσολογική γλωσσολογικό
κλητική γλωσσολογικέ γλωσσολογική γλωσσολογικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γλωσσολογικοί γλωσσολογικές γλωσσολογικά
γενική γλωσσολογικών γλωσσολογικών γλωσσολογικών
αιτιατική γλωσσολογικούς γλωσσολογικές γλωσσολογικά
κλητική γλωσσολογικοί γλωσσολογικές γλωσσολογικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλωσσολογικός < γλωσσολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γλωσσολογικός, -ή, ό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία