Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γαλαξιακός γαλαξιακή γαλαξιακό
γενική γαλαξιακού γαλαξιακής γαλαξιακού
αιτιατική γαλαξιακό γαλαξιακή γαλαξιακό
κλητική γαλαξιακέ γαλαξιακή γαλαξιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαλαξιακοί γαλαξιακές γαλαξιακά
γενική γαλαξιακών γαλαξιακών γαλαξιακών
αιτιατική γαλαξιακούς γαλαξιακές γαλαξιακά
κλητική γαλαξιακοί γαλαξιακές γαλαξιακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλαξιακός < γαλαξίας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣa.la.ksi.a.ˈkɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γαλαξιακός

  1. που έχει σχέση με γαλαξίες ή που προέρχεται από αυτούς
  2. οι επιστήμονες μελετάνε τα απομεινάρια αυτής της γαλαξιακής σύγκρουσης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία