Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαιοφάγος < γαιοφάγος < γαία + φάγος.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γαιοφάγος αρσενικό, γαιοφάγος θηλυκό και γαιοφάγα θηλυκό, γαιοφάγο ουδέτερο και γαιοφάγον ουδέτερο

  • Αυτός που τρώει τη γη.
Η γαιοφάγος κατασκευή του μετρό προχωράει ακάθεκτη.



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία