Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

βραχύσωμος < βραχύς + σώμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βραχύσωμος

  1. που έχει μικρό σε διαστάσεις σώμα

Συνώνυμα: μικρόσωμος, μικροκαμωμένος, κοντός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία