Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βλεφαριδοφόρος η βλεφαριδοφόρα το βλεφαριδοφόρο
      γενική του βλεφαριδοφόρου της βλεφαριδοφόρας του βλεφαριδοφόρου
    αιτιατική τον βλεφαριδοφόρο τη βλεφαριδοφόρα το βλεφαριδοφόρο
     κλητική βλεφαριδοφόρε βλεφαριδοφόρα βλεφαριδοφόρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βλεφαριδοφόροι οι βλεφαριδοφόρες τα βλεφαριδοφόρα
      γενική των βλεφαριδοφόρων των βλεφαριδοφόρων των βλεφαριδοφόρων
    αιτιατική τους βλεφαριδοφόρους τις βλεφαριδοφόρες τα βλεφαριδοφόρα
     κλητική βλεφαριδοφόροι βλεφαριδοφόρες βλεφαριδοφόρα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βλεφαριδοφόρος < βλεφαρίδες + -φόρος < φέρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βλεφαριδοφόρος, -ος/-α, -ο

  1. αυτός που φέρει βλεφαρίδες
  2. (ζωολογία) διακριτό στοιχείο του ζωικού βασιλείου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία