Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαλμάς οι βαλμάδες
      γενική του βαλμά των βαλμάδων
    αιτιατική τον βαλμά τους βαλμάδες
     κλητική βαλμά βαλμάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαλμάς < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαλμάς αρσενικό

  1. ο εκτροφέας μεγάλων ζώων (αλόγων, μουλαριών, βοδιών κ.λπ.)
  2. αυτός που καθοδηγεί τα (μεγάλα) ζώα στις γεωργικές εργασίες (π.χ. στο αλώνισμα)
    Κάπου βροντάει μια τουφεκιά ή κυνηγού ή δραγάτη, / και κάπου κάπου ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει / του αλογολάτη, του βαλμά, οπού γυρνάει κ' εκείνος. (Κώστας Κρυστάλλης, Το ηλιοβασίλεμα)
  3. (ορνιθολογία) γκιόνης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία